• Τοποθέτηση Α. Σπηλιωτόπουλου κατά την παρουσίαση της Ιδρυτικής Διακήρυξης της Δημοτικής Παράταξης «Αθήνα Μπορείς»

    Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με αυτό που βλέπουμε όλοι. Με αυτό που ζούμε όλοι. Με αυτό στο οποίο συμφωνούμε όλοι. Η Αθήνα δεν έχει υπάρξει ποτέ σε αυτή την κατάσταση. Είναι βρώμικη, είναι σκοτεινή και μοιάζει άδεια. Δεν «κινείται». Δεν έχει θετική ένταση. Δεν βλέπει «φως». Την ίδια στιγμή, υπάρχουν ιδέες, δράσεις και δυνατότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν ώστε να φανεί αυτή η σπουδαία πόλη. Στην ουσία είναι σαν να υπάρχουν δύο Αθήνες.

    Από τη μία η Αθήνα της εγκατάλειψης. Από την άλλη η Αθήνα που δεν συμβιβάζεται. Από τη μία η Αθήνα που απλώς διαχειρίζεται ένα πρόβλημα και το κάνει μόνο με λίστα υποχρεώσεων. Από τη άλλη η Αθήνα που σχεδιάζει μια λύση και σκέφτεται με ανθρώπινες προτεραιότητες. Η πρώτη είναι σε παρακμή. Μια πόλη σκουριασμένη και γεμάτη παραφωνίες. Ελπίζει στα ελάχιστα. Και το χειρότερο είναι πως αυτό, το ελάχιστο, το θεωρεί κανονικό. Την έχουν πείσει ότι δεν «μπορεί» κάτι περισσότερο. Έχει πια όλα τα χαρακτηριστικά και κυρίως όλα τα συναισθήματα που δεν την αφήνουν να πιστέψει στον εαυτό της. Της έχουν δημιουργήσει θυμό και ενοχή μαζί. Θυμό και ενοχή. Γιατί θυσιάζει το παρόν της για μια ανάσταση που συνεχώς αναβάλλεται και δεν έρχεται ποτέ. Τα προβλήματα της είναι γνωστά και παρά πολύ επώδυνα. Μπορεί ο ένας να τα υποτιμά και ο άλλος να τα υπερτονίζει για χάρη της εκλογικής αντιπαράθεσης. Όμως αυτό δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι η πόλη πλήρωσε πολύ ακριβά την κρίση. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στον Πειραιά , στο Περιστέρι για παράδειγμα, δεν υπήρχε κρίση;

    Δεν υπήρχαν υποχρεώσεις για τα οικονομικά του Δήμου; Δεν υπήρχαν οι ίδιες αρμοδιότητες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση; Προφανώς και υπήρχαν. Έκανε τη διαφορά όμως ότι όλα αυτά τα διαχειρίστηκαν με άλλο σχέδιο, με άλλη νοοτροπία, άλλοι Δήμαρχοι. Η δική μας πόλη δεν έχει στόχο. Δεν εξαντλεί τα περιθώρια που έχει. Εξαντλεί μόνο την υπομονή και την ενέργεια των πολιτών της. Τους διώχνει. Και τους απογοητεύει σε κάθε βήμα. Πολλοί, πάρα πολλοί, δεν έχουν πλέον δουλειά. Και το βασικό που πρέπει να κάνει η πόλη, αυτό που περνάει από το χέρι της για να κινηθεί η αγορά της, να ανέβει η αξία της και να προσελκύσει επενδύσεις μικρές ή μεγάλες, η Αθήνα δεν το κάνει. Ο ίδιος ο χώρος είναι αποθαρρυντικός και αφιλόξενος. Είναι σαν να έχει κρεμάσει την ταμπέλα «κλειστόν». Η πόρτα της Αθήνας γράφει «κλειστόν».

    Υπάρχει όμως και η άλλη Αθήνα. Που αρνείται να παραιτηθεί σε μια λογική «διαχείρισης για το ελάχιστο». Και επιμένει να νιώθει ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Μέσα σε όλα αυτά, που έγιναν τα τελευταία χρόνια, έχασε τη φωνή της. Έχασε πολλά. Δεν έχασε όμως τη σκέψη της. Αντιθέτως. Σκέφτεται πιο καθαρά και πιστεύω και πιο ελεύθερα. Αυτή την Αθήνα τη συναντάμε παντού. Είναι μεγάλη, αλλά διάσπαρτη. Την συναντάμε σε όλους αυτούς –μέρα με τη μέρα και περισσότερους- που σκέφτονται λύσεις για τα προβλήματα της πόλης και προχωρούν σε πράξεις για να τις κάνουν πραγματικότητα.

    Την αναγνωρίζουμε σε εκείνον που ακόμη πιστεύει στη δουλειά του. Που πιστεύει στον εαυτό του. Στον επαγγελματία που τολμάει. Και τα καταφέρνει ενώ οι καιροί υποτίθεται δεν το ευνοούν…Στον επιχειρηματία που εφαρμόζει μια πρωτότυπη ιδέα. Που δίνει ευκαιρίες και δουλειά σε νέους ανθρώπους. Στον νέο επιστήμονα που συνδέει τη γνώση του με την παραγωγή ή βρίσκει μια λύση για ένα κοινωνικό πρόβλημα. Στους νέους δημιουργούς που ξεπερνάνε τα «όχι» των χρηματοδοτήσεων και δείχνουν με την παραγωγή τους ότι τα πράγματα γίνονται και αλλιώς.

    Τη βλέπουμε σε μια ομάδα πολιτών που ψάχνει τρόπο να δώσει ζωή στο πάρκο, που ενώ υπάρχει στη γειτονιά, κανείς δεν θέλει να πατήσει εκεί. Αυτή η Αθήνα περιμένει να την ενώσουμε.

    Να της δώσουμε τη δύναμη να αλλάξει αυτό που είναι γύρω της. Για αυτή την Αθήνα, που ξέρει ότι «μπορεί» να έχει μια ζωή που να μας αρέσει, να μας δυναμώνει και να τη ζηλεύουν όλοι, έχει νόημα να δώσει κανείς όλες του τις δυνάμεις.
    Αυτό πιστεύω και για αυτό το λόγο θέλησα να είμαι υποψήφιος Δήμαρχος. Τώρα. Σε αυτή τη περίοδο. Με πιο σημαντικό μου στόχο να αναδείξουμε ότι υπάρχει ο τρόπος που ταιριάζει στην Αθήνα. Να αποφασίσουμε ότι «ναι, αυτός είναι ο δρόμος που θα πάρουμε» και να καταλάβουμε όλοι ότι αυτό γίνεται. Και θα επιμείνω με κάθε τρόπο σε αυτό τον στόχο.
    Γιατί το χειρότερο από τα προβλήματά μας είναι ότι δεν ξεκινάμε μια κουβέντα για να τα λύσουμε, αλλά για να αναμετρηθούμε στο πως δεν θα χειροτερεύσουν. Να τα κρατήσουμε «περίπου» όπως είναι. Με τη φοβία και την ανάγκη. Όπως όταν φάγαμε το χαστούκι της κρίσης. Όμως τώρα; Τώρα, αυτό είναι που χρειαζόμαστε; Χρειαζόμαστε το …«περίπου ίδιοι»;
    Είτε αυτό εκφράζεται μέσα από τους αυτοματισμούς των κομμάτων, – ειλικρινά κάνω την προσπάθειά μου να μην πέφτω σε τέτοιους αυτοματισμούς και μου κάνει εντύπωση πως ένας τόσο νέος πολιτικός όπως ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής αφισοκολλώντας την καμπάνια του-…

    Είτε από όσους έχουν επενδύσει σε έναν νέο λαϊκισμό με την ατζέντα της αυτοδιοίκησης. Και προσπαθούν να δανειστούν κάποιο κύρος τελευταία στιγμή. Γιατί τελευταία στιγμή γίνεται «δήμαρχος» ο εξαφανισμένος από την πόλη όλα τα χρόνια της θητείας του δήμαρχος Αθηναίων. Όσο το ζήτημα δεν είναι να πετύχουμε μια «φυγή προς τα μπρος» το αποτέλεσμα είναι περίπου ίδιο. Και το έχουμε δει. Το ξέρουμε. Το δοκιμάσαμε. Είναι ξεκάθαρα υπέρ εκείνων που δεν χάνουν με τη σημερινή κατάσταση.
    Αυτούς τους συμφέρει να παρατείνεται .Τους Αθηναίους όμως δεν τους συμφέρει. Αυτό που πιστεύω, λοιπόν, ότι μπορεί να γίνει – και τις επόμενες μέρες μαζί με την μεγάλη ομάδα δουλειάς που συγκροτείται θα παρουσιάσουμε με λεπτομέρεια- είναι το εξής:

    Η Αθήνα ολόκληρη, όχι μόνο το Κέντρο αλλά όλες οι γειτονιές της, «μπορεί» να γίνει η υποδειγματική πρωτεύουσα του Ευρωπαϊκού Νότου. Η πόλη που κάνει χαρούμενους τους ανθρώπους της και προσκαλεί όλο τον κόσμο 12 μήνες το χρόνο.
    Αυτό έχω στο μυαλό μου. Να ξαναβρεί η πόλη το πνευματικό της όραμα. Να βρει το νήμα της Αθήνας της Κάλλας, του Χατζηδάκη, του Ελύτη. Της Αθήνας της Μελίνας και του Κουν. Κάτω από αυτή τη μεγάλη υπόθεση, το κάθε ζήτημα, ο κάθε τομέας πολιτικής στο Δήμο αποκτάει ακόμη μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Η ασφάλεια, η καθαριότητα, η ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, η πάταξη του παραεμπορίου, οι μεταφορές στην πόλη, όλα, συντείνουν σε αυτό το στόχο.
    Για αυτό ως Δήμαρχος θα κινούμαι με δύο «κανόνες»:

    Ούτε μια μέρα χωρίς θετική εξέλιξη στην καθημερινότητα. Ούτε μια μέρα χωρίς κινήσεις για συνεργασίες, για συνθέσεις δυνάμεων που θα ενισχύουν την εξωστρέφεια. Με πρόταγμα τον Πολιτισμό.

    Για αυτό επιμένω στην αισθητική αναβάθμιση της πόλης. Γιατί αλλιώς δεν μπορούμε να μιλάμε για Πολιτισμό, ενώ μπορεί να είναι το βασικό μας πλεονέκτημα. Όταν εμείς περπατάμε σε σπασμένα πεζοδρόμια, ανάμεσα σε σκουπιδότοπους και σε σκοτεινά εγκαταλελειμμένα πάρκα, η Ακρόπολη μοιάζει φανταστική εικόνα. Σαν να ανήκει αλλού. Και εμείς τη θέλουμε οργανικά δεμένη με τη σύγχρονη Αθήνα, με τη ζωή της, με την σημερινή της πολιτιστική παραγωγή. Η προτεραιότητά μου είναι αυτή.
    Να βάλουμε μια τάξη σε ότι έχουμε και με αυτό το πρώτο καλό χαρτί στα χέρια μας να αλλάξουμε το κλίμα.
    Να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο και στη θέση του να φτιάξουμε ένα ντόμινο θετικών αλλαγών.
    Μία Αθήνα, μία ομάδα για να αποκατασταθούν οι βασικές της λειτουργίες ώστε να έχουμε τη ζωή που θέλουμε.

    Που σημαίνει:

    Πρώτον να νιώθουμε ελεύθεροι.
    Και δεν είσαι ελεύθερος όταν δεν νιώθεις ασφαλής. Τώρα δεν το νιώθουμε αυτό. Μπορεί να μας πέφτει βαρύ, αλλά στην Αθήνα υπάρχουν ολόκληρες γειτονιές, -παρά τις μεγάλες προσπάθειες και όσα έχουν γίνει για την δημόσια τάξη-, που κινούνται σαν γκέτο. Με ανασφάλεια, με ένα αίσθημα μόνιμης απειλής. Οι πολίτες κοιτάνε πίσω από τον ώμο τους όταν περπατάνε.
    Σαν ξένοι στην πόλη τους, σαν παράνομοι στο σπίτι τους. Κυριολεκτικά στο σκοτάδι

    Σκεφτείτε το εξής:
    Μια λάμπα που δεν βάζει ο Δήμαρχος, δεν είναι μόνο αυτό που ακούγεται. Σημαίνει ανασφάλεια και παράνομη δραστηριότητα.
    Που φέρνει απομάκρυνση των πολιτών, υποβάθμιση και ανεργία. Ο φωτισμός που δεν υπάρχει είναι γιατί κατά βάθος κάποιος δεν «βλέπει» εκεί δυνατότητα. Γιατί δεν ισχύει μόνο για την Αθήνα «η γραφειοκρατία της λάμπας». Σημαίνει ότι δεν εντάσσεται η γειτονιά, δεν εντάσσεται η περιοχή, σε ένα σχέδιο προόδου. Αυτό σημαίνει.
    Όποτε υπήρξε στόχος τα εμπόδια ξεπεράστηκαν. Και εμείς τον έχουμε.

    Δεύτερον να μπορούμε να προκόψουμε στην πόλη μας.
    Και σήμερα δεν μπορούμε. Αυτό οφείλεται στην κρίση, αλλά έχει άμεση σχέση και με τις λειτουργίες της πόλης.
    Αφενός με το πώς χρησιμοποιούμε το δημόσιο χώρο. Υπερασπιζόμαστε εκείνους που τον υπερασπίζονται.
    Και κινούνται στο πλαίσιο της νομιμότητας. Δεν πρόκειται να ανεχτώ, όταν ο ένας ανοίγει το μαγαζί του, πληρώνει ενοίκιο και δημοτικά τέλη, κόβει αποδείξεις και πασχίζει να τα φέρει βόλτα… ο άλλος να στήνει τζάμπα τον πάγκο του σε δημόσιο χώρο και να πουλάει αφορολόγητα παράνομα προϊόντα. Αυτό θα τελειώσει οριστικά και μεαπόλυτη αυστηρότητα. Αφετέρου, με το να ενισχύουμε όχι μόνο την εξειδίκευση αλλά και την διαφοροποίηση υπηρεσιών και προϊόντων, για να υπάρξουν θέσεις εργασίας. Θέλουμε και μπορούμε οι καινοτόμες ιδέες να υποστηρίζονται και να διευκολύνεται η εφαρμογή τους. Με Κέντρα Πρακτικής Γνώσης στο Δήμο, στα οποία να συναντιέται αυτό που παράγουν τα Πανεπιστήμια με αυτό που μπορούν να υλοποιήσουν οι ιδιώτες. Αλλά και με την καθοδήγηση και την βοήθεια για να το κάνουν ανταγωνιστικό.

    Τρίτον, να μας αρέσει να ζούμε εδώ.
    Και σήμερα δεν το έχουμε αυτό. Και εμείς θέλουμε και μπορούμε να ζήσουμε με θετική ένταση, σε αυτή την σπουδαία πόλη.
    Αν δεν αισθάνεσαι να έχεις ουσιαστικά το δικαίωμα, τη δυνατότητα, να βγεις μια βόλτα με το ποδήλατο…
    Αν δεν μπορείς να περπατήσεις και να πας μια βόλτα τα παιδιά σου… Αν νιώθεις αποκλεισμένος από την πόλη όταν είσαι ανάπηρος,
    δεν μπορείς να ταυτίσεις το συμφέρον σου με το συμφέρον της πόλης. Ούτε να υπάρξει κοινωνική αλληλεγγύη.
    Και τώρα αυτό είναι απαραίτητο.

    Αν δεν έχουν όλοι οι πολίτες της Αθήνας αυτά, τα αυτονόητα για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, θα συνεχίσουμε, όπως έχει πει ένας μεγάλος πολιτικός «να ζούμε στον ίδιο τόπο, κάτω από τον ίδιο ουρανό, αλλά να μην έχουμε τον ίδιο ορίζοντα». Μια λέξη μου έρχεται στο μυαλό, για να συμπυκνώσω αυτό που σας λέω: Προορισμός.

    Με τρεις σημασίες:
    Πρώτον για την πόλη: Να έχει προορισμό η Αθήνα. Να έχει σκοπό, σχέδιο και κατεύθυνση.
    Να ξέρει τι κάνει και γιατί το κάνει, ασχέτως ποιος είναι στο τιμόνι, και να γίνεται αυτό με σταθερότητα σε βάθος χρόνου.
    Δεύτερον για εμάς που ζούμε εδώ: Να βλέπουμε το μέλλον μας εδώ. Και αυτό να μας φορτίζει θετικά. Να βγάζει νόημα για τον καθένα το ότι ζει σε αυτή την πόλη, που τώρα την βιώνουμε σαν καταναγκασμό. Ή σαν κάτι που το χάσαμε και το νοσταλγούμε.
    Τρίτον για τον κόσμο που θέλουμε να επιλέγει Αθήνα: Να νιώθουν και οι άλλοι ότι είναι η πιο περιεκτική επιλογή να έρθουν εδώ. Για την ιστορία μας, για τον ουρανό μας, αλλά και για τον νέο, σύγχρονο τρόπο με τον οποίο τα ξαναβλέπουμε όλα αυτά. Για τον «αθηναϊκό» τρόπο ζωής. Δεν θα σας κουράσω άλλο. Άλλωστε σήμερα παρουσιάζω μόνο τη στρατηγική στόχευση, τις βασικές επιδιώξεις που πιστεύω πως πρέπει να έχει η Αθήνα.

    Για μένα είναι αυτονόητο πως:
    Ότι είναι καλό το κρατάμε και το εξελίσσουμε. Συνεννόηση και συνεργασία. Κάποτε πρέπει να έχει συνέχεια η προσπάθεια για να δημιουργήσουμε αποτέλεσμα που να διαρκεί και να αθροίζεται. Όπως στο κράτος, έτσι και στην πόλη, έτσι και παντού. Με αυτή την προϋπόθεση στέκομαι απέναντι σε κάθε πολιτική πρόκληση. Πολύ περισσότερο για την πόλη που ζω, που μου έδωσε την ευκαιρία.
    Πολύ περισσότερο σήμερα που όποιος δεν έχει καταλάβει ότι η συνεννόηση παράγει λύση δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των πολλών. Όποιος θέλει να προσθέσει στην προσπάθεια με τη δράση του, με την ιδέα του, με την διαφωνία του, είναι απαραίτητος.

    Συμμετοχικότητα
    Το «όλοι μαζί» δεν είναι για μένα μια κουβέντα που τη λέμε γιατί συνηθίζεται στις εκλογές.
    Η συμμετοχικότητα είναι σταθερό σημείο στα πιστεύω μου. Δεν είναι μόνο τώρα για τον Δήμο, που είναι η πιο άμεση, η πιο απτή διοίκηση στον πολίτη και το θεωρούμε αυτονόητο. Ήταν πάντα. Αυτό υποστήριζα πάντα. Μόνο με αυτό τον τρόπο η Αθήνα «μπορεί» ολόκληρη, όχι μόνο το Κέντρο αλλά όλες οι γειτονιές της να δείξει ότι είναι μια σπουδαία πόλη που έχει έναν μοναδικό τρόπο ζωής, βιώσιμο αυτή τη φορά, που τον ζηλεύουν όλοι. Αρκεί να συμφωνήσουμε ότι αυτός είναι ο τρόπος. Αυτή είναι η ευκαιρία. Και να δουλέψουμε όλοι γι αυτό. Είναι και θα είναι καθημερινό στοίχημα για μένα να είμαι πρώτα εγώ «εκεί». Παρών κάθε μέρα. Για κάθε πρόβλημα, αλλά και για κάθε νέα ιδέα που μας πάει παρακάτω. Για να αποδείξουμε αυτό που μέσα μας νιώθουμε. Ότι… Αθήνα Μπορείς.

    Και εδώ σε αυτό το σημείο πρέπει να πω κάτι, το οποίο για μένα είναι αυτονόητο. Είναι αυτονόητο, γιατί προφανώς όταν δίνεις την ψυχή σου στην Αθήνα δεν μπορείς παρά να παραιτηθείς από το βουλευτικό αξίωμα, το οποίο υπηρετείς χρόνια.

    Καταθέτω λοιπόν την εντολή που μου έδωσαν οι πολίτες στις τελευταίες εκλογές για να τους εκπροσωπώ στη Βουλή και αναστέλλω την όποια κομματική μου ιδιότητα.

Comments are closed.